13 Μαρ 2008

Σύμφωνα με τον George W. Stocking[1] τα μουσεία είναι κοσμικοί ναοί αφιερωμένοι στη συλλογή, τη συντήρηση, την έκθεση, τη μελέτη και την ερμηνεία των αντικειμένων, του υλικού πολιτισμού. Ορμώμενος από τον όρο «αρχείο», ο οποίος αποδίδει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι ανθρωπολόγοι τα μουσεία, ως αρχεία δηλαδή του υλικού πολιτισμού, ο Stocking προχωρά, πέρα από την έννοια του τρισδιάστατου χώρου των μουσειακών αντικειμένων, στην προσέγγιση άλλων τεσσάρων διαστάσεων. Έτσι η λέξη «αρχείο» προϋποθέτει μια τέταρτη διάσταση, η οποία υποδεικνύει μια ιδιαίτερη προβληματική σχέση με τα μουσεία. Αυτή η διάσταση έχει να κάνει με το παρελθόν των αντικειμένων, την ιστορία τους και τις μεταβολές και αλλαγές που έχει υποστεί το αντικείμενο μέσα στην ιστορική πορεία. Η μεταφορά τους μακριά από τα αρχικά χωρικά και χρονικά συμφραζόμενα τους, η επανατοποθέτησή τους σε διαφορετικό χωρικό και χρονικό περιβάλλον που σημαίνει και την ταυτόχρονη επανανοηματοδότησή τους ορίζουν και συνιστούν μια προβληματική των μουσείων όσον αφορά στο νόημα και τη σημασία των υλικών μορφών. Έτσι λοιπόν τα αντικείμενα χαρακτηρίζονται ως «επιζήσαντες» όχι μόνο από το αρχικό ιστορικό τους πλαίσιο από το οποίο και συνελέγησαν αλλά και ως «επιζήσαντες» της λιγότερο ή περισσότερο μακράς ιστορικής πορείας των εκθέσεών τους, μιας πορείας που χαρακτηρίζεται από αλλεπάλληλες επανατοποθετήσεις και νοηματοδοτήσεις μέσα στα διάφορα εκθεσιακά-πολιτισμικά συμφραζόμενα.

Πέρα από τις τρείς διαστάσεις της υλικότητας και την τέταρτη του χρόνου ή της ιστορίας υπάρχει και αυτή των σχέσεων εξουσίας. Από την πλευρά των παρατηρητών η εξουσία έγκειται στο γεγονός της δυνατότητας της ανανοηματοδότησης, αν και οι ίδιοι ούτε κάτοχοι των αντικειμένων είναι ούτε μπορούν να ορίσουν τις παραμέτρους της νοηματοδότησης. Σ’ αυτά τα πλαίσια προκύπτει ότι παρά τις ποικίλες εξατομικευμένες νοηματοδοτήσεις μέσα από αυτή την ίδια τη νοηματοδότηση τα αντικείμενα ασκούν μια εξουσία πάνω στο κοινό, μια εξουσία που προέρχεται όχι απλώς από τη φύση των αντικειμένων αλλά που τους έχει δοθεί από το μουσείο ως θεσμό, μέσα σε μια ιδιαίτερη ιστορική κοινωνικοπολιτισμική κατάσταση. Ομόρροπα με τη διάσταση των σχέσεων εξουσίας κινείται και αυτή της ιδιοκτησίας, αφού ο υλικός πολιτισμός εκλαμβάνεται ως πολιτισμική περιουσία. Με βάση αυτή την καθαρά οικονομική προσέγγιση της έννοιας πολιτισμική περιουσία υπήρξε σαφώς μια διάκριση μεταξύ των αντικειμένων που θεωρήθηκαν χειροτεχνήματα και των έργων τέχνης (καλλιτεχνικές δημιουργίες) και συνεπώς μια ανισότητα στην αξιολόγηση και την παροχή οικονομικών πόρων για τη συλλογή και τη συντήρησή τους.

Υπό το πρίσμα μιας εμπορικής προοπτικής, η οποία σαφώς επηρέασε τα μουσεία ως αρχεία του υλικού πολιτισμού, παρατηρείται μια τελευταία ευρύτερη και καθοριστική διάσταση που έχει να κάνει με την αισθητική και τα αισθητικά πρότυπα. Έτσι ο υλικός πολιτισμός των μη δυτικών υποβάλλεται σε μια διαδικασία αισθητικοποίησης από τη στιγμή της τοποθέτησής του στα μουσεία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τόσο τη σχετικοποίηση των δυτικών αισθητικών προτύπων όσο και την ανανοηματοδήτηση της παραγωγής των παραδοσιακών αντικειμένων του υλικού πολιτισμού, νοηματοδότηση η οποία δεν σχετίζεται με την πολλαπλή λειτουργικότητα των αντικειμένων αλλά με τη διαδικασία της ενσωμάτωσης των χρηστικών λειτουργιών τους βάσει των προϊόντων της δυτικής τεχνολογίας. Μέσα στα πλαίσια λοιπόν της σύγχρονης εμπορευματοποίησης ακόμη και ένας βιοτέχνης μπορεί να μετατραπεί σε καλλιτέχνη.

Το ότι τα μουσεία αποτελούν τη «θεσμική πατρίδα» της ανθρωπολογίας είναι γεγονός, όπως γεγονός είναι ότι η ανθρωπολογία καθυστέρησε να βρει αυτή την πατρίδα και κάτι τέτοιο ήταν αναπόφευκτο από τη στιγμή που άγγλο-αμερικανική ανθρωπολογική παράδοση ενδιαφερόταν κυρίως αν όχι αποκλειστικά για την παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και τις δομές των ανθρώπινων κοινωνιών και όχι για τα αντικείμενα του υλικού πολιτισμού τους. Έτσι οι χειροποίητες παραδοσιακές κατασκευές ελάχιστα προσέλκυσαν το ενδιαφέρον ακόμη και των εθνογράφων που ασχολούταν με τις συλλογές. Με το πέρασμα των χρόνων και με τις διάφορες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές του 20ου αιώνα επανατοποθετήθηκε και επαναπροσδιορίστηκε η σχέση ανθρωπολογίας και μουσείων, ενώ παράλληλα εμφανίστηκαν προβλήματα εκπροσώπησης και αναπαράστασης των πολιτισμών των «άλλων». Μέσα σ’ αυτό το κλίμα και με μια κριτική προσέγγιση και θεώρηση των ανθρωπολογικών μουσείων πολλοί ανθρωπολόγοι κάνουν λόγο για ανάγκηεπιστροφής της πολιτισμικής περιουσίας στους ιθαγενείς ιδιοκτήτες της. Απέναντι σ’ αυτόν το λόγο προβάλλεται ο αντίλογος των ανθρωπολόγων των μουσείων που υποστηρίζει ότι τα μουσεία διαδραματίζουν ρόλο θεματοφύλακα των πολιτισμών αφού διαφυλάσσει και συντηρεί την υλική κληρονομιά των «άλλων» προστατεύοντάς την από οποιαδήποτε καταστροφική φθορά.

Εξίσου σημαντικό πρόβλημα που ανακύπτει από το ζήτημα της διαχείρισης της υλικής κληρονομιάς είναι αυτό της αναπαράστασης ενός άλλου πολιτισμού, γεγονός που γεννά το ερώτημα ποιος έχει το δικαίωμα της αναπαράστασης, της κατηγοριοποίησης και ερμηνείας των πολιτισμών. Μια τέτοια προβληματική επιτάσσει την αναγκαιότητα κριτικής και αναθεωρητικής προσέγγισης των ζητημάτων της αναπαράστασης.



[1] Stocking, Jr. George W., “Essays on Museums and Material Culture”, στο Goerge W. Stocking Jr. (επιμ.) Objects and others, εκδ. The University of Wisconsin Press, Wisconsin 1985, σσ. 3-14.

12 Μαρ 2008

Shields and Objects, Anthropology and Museums

Στην ιστοσελίδα του ερευνητικού προγράμματος "Shields and Objects, Anthropology and Museums" θα βρείτε πάρα πολλές πληροφορίες για την ιστορία των εθνογραφικών μουσείων, τη σχέση ανθρωπολογίας και μουσείων, την ανθρωπολογική μελέτη του υλικού πολιτισμού καθώς και για ζητήματα ποιητικής και πολιτικής της αναπαράστασης στις εκθέσεις και στα μουσεία γενικότερα, με τη χρήση πολλών παραδειγμάτων που συζητάμε και στην τάξη. Νομίζω ότι θα σας είναι ιδιαίτερα χρήσιμο.

6 Μαρ 2008

Μάρω Πατρή
Πώς κατανοείται η ανθρωπολογία στα μουσεία;

Μέσα από τα δύο κείμενα του Michael Ames και της Mary Bouquet, για ακόμα μια φορά καταδεικνύεται ο συσχετισμός και η αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ανθρωπολογία- σαν επιστημονικό κλάδο και τα μουσεία- σαν θεσμό, με τα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά συμφραζόμενα της κάθε εποχής. Από το τέλος της αποικιοκρατίας, την ανεξαρτητοποίηση πολλών εθνών, την επικράτηση του Δημοκρατικού πολιτεύματος, μέχρι στις μέρες μας, την παγκοσμιοποίηση του εθνικού πολιτισμού και της εθνικής κοινωνίας, πολλά ερωτήματα έχουν προκύψει σχετικά με το ποιος έχει το δικαίωμα να ερμηνεύει την ιστορία και τον πολιτισμό, ποιος κατηγοριοποιεί και ποιος μουσειοποιεί τα αντικείμενα του παγκόσμιου υλικού πολιτισμού. Η ανθρωπολογία, η επιστήμη η οποία θεωρείται ότι έχει παίξει βοηθητικό ρόλο στην ενδυνάμωση της αποικιοκρατίας και της πολιτικής της αφομοίωσης των πολιτισμών, όπως και τα μουσεία δέχτηκαν οξεία κριτική όσον αφορά τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου και του αντικειμένου τους, αλλά και τον τρόπο πολιτισμικής αναπαράστασης του άλλου μέσα από τη «βιτρίνα» που κατασκεύασε ο δυτικός πολιτισμός. Τα έθνη που υπήρξαν υπό το ζυγό της αποικιοκρατικής πολιτικής εξακολουθούν να υπόκεινται σε ένα καθεστώς πολιτισμικής κυριαρχίας, ηγεμονικής ερμηνείας και επιλεκτικής, αισθητικά, προβολής της κουλτούρας τους, των πολιτισμών των «Άλλων». Οι άλλοτε ιθαγενείς πολιτισμοί, σήμερα σε ορισμένες περιπτώσεις κυρίαρχα έθνη, διεκδικούν το δικαίωμά τους στον πολιτισμικό, οικονομικό και πολιτικό αυτοπροσδιορισμό τους. Ο προβληματισμός που προκύπτει είναι μήπως παραχωρώντας ένα τέτοιο δικαίωμα, τα μουσεία χάσουν μέρος από το κύρος τους, τη θεσμική και επιστημονική- επαγγελματική τους ισχύ. Από τη στιγμή όμως που υπάρχουν σχέσεις εξουσίες σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και δεδομένες κοινωνικές δομές, σύμφωνα με τον Welsh ο μόνος δρόμος είναι η συνεργασία και ο διάλογος: «Τα μουσεία και οι ανθρωπολόγοι μπορούν να συνεχίσουν να μιλάν για τους άλλους, αλλά όχι εκ μέρους των άλλων»¹.
Τα μουσεία ως η «βιτρίνα» της ανθρωπολογίας, τόσο μεταφορικά, όσο και κυριολεκτικά, λόγω της καίριας θέσης στις κοινωνικές- πολιτικές- οικονομικές εξελίξεις, αλλά και της απορρόφησης ακαδημαϊκών ανθρωπολόγων στο επιστημονικό τους δυναμικό (γεγονός που αλλάζει την έννοια του εφόρου) , μπορούν να κάνουν μια νέα αρχή. Εκ των πραγμάτων, ως χώροι, ιδρύματα και θεσμοί έχουν αποκτήσει μια δυναμική πιο έντονη στις μέρες μας, ακριβώς επειδή βρίσκονται στο επίκεντρο των ζητημάτων που απασχολούν την κοινή γνώμη, όπως είναι η πολιτικοποίηση της ταυτότητας και η εμπορευματοποίηση του πολιτισμού². Το μετα- αποικιακά μουσεία κατέχουν θέση- κλειδί στην παγκοσμιοποίηση της εθνικής κοινωνίας³ και η εφαρμοσμένη ανθρωπολογία μέσα στα πλαίσια ενός μουσείου έχει τη δική της συμβολή. Εκ των πραγμάτων, όσοι ανθρωπολόγοι κινούνται μέσα στα σύγχρονα πανεπιστήμια ως διδάσκοντες και όσοι δουλεύουν στα μουσεία ως έφοροι- ερμηνευτές, οφείλουν να προσλαμβάνουν ερεθίσματα από όλους τους τομείς και όλες τις κατευθύνσεις, και μέσα και από την ακαδημαϊκή τους έρευνα να διεισδύσουν σε θέματα του σύγχρονου πολιτισμού. Ο συνδυασμός στοιχείων από το παρελθόν με τρέχοντα θέματα του παρόντος, μπορεί να διαμορφώσει τον τρόπο θεώρησης των πραγμάτων για το μέλλον.

1. Ames Michael M.: ’’Cannibal tours, glass boxes and the politics of interpretation’’, στο Susan Pearce (επιμ) Interpreting objects and collectios, εκδ. Routledge, Λονδίνο – Ν.Υορκη 1994, σσ. 104
2. 3. Bouquet Mary (επιμ), ‘’ Introduction: Academic anthropology and the Museum. Back to the future”, στο Mary Bouquet (επιμ). Academic anthropology and the museum. Back to the future, εκδ. Bergahn, Νέα Υόρκη- Οξφόρδη 2001, σσ 4,5, 14-15.

ανθρωπολογια και μουσεια-ΑΛΕΞΙΟΥ ΝΙΚΗ

ΝΙΚΗ ΑΛΕΞΙΟΥ
Πώς κατανοείται η ανθρωπολογία στα μουσεία;
Ανθρωπολογία είναι η επιστήμη που μελετά τον άνθρωπο στη σωματική, αλλά και την κοινωνική του υπόσταση. Μελετά την ανθρώπινη συμπεριφορά και τις σχέσεις του ανθρώπου με την θρησκεία, την τεχνολογία, την κοινωνία στην οποία ανήκει…
Τον 20ο αιώνα αναπτύσσεται η ανθρωπολογία των μουσείων η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την επιστήμη της μουσειολογίας. Η μουσειολογία ταυτίζεται με καθαρά πρακτικούς σκοπούς οι οποίοι αφορούν στην οργάνωση των μουσείων, ενώ η ανθρωπολογία σχετίζεται με το θεωρητικό κυρίως πλαίσιο: νοηματοδοτεί τα αντικείμενα των μουσειακών συλλογών, καθορίζει την ταυτότητά τους και δημιουργεί αντιλήψεις για τις κοινωνίες στις οποίες ανήκουν.
Αρχικά, η ανθρωπολογία εντοπίζεται στα εθνογραφικά μουσεία. Με το φαινόμενο του αποικισμού και τη δημιουργία εθνογραφικών μουσείων, η ανθρωπολογία εισχωρεί στους χώρους αυτούς και νοηματοδοτεί τις συλλογές αντικειμένων που ανήκουν στους ξένους, τους ‘άλλους’. Μέσα στο πλαίσιο αυτό βλέπουμε την ανθρωπολογία να αποκτά καταχρηστικό χαρακτήρα και να προσδιορίζει, να δίνει στους ‘άλλους’ χαρακτήρα συχνά μη αντικειμενικό. Ταξινομώντας και νοηματοδοτώντας συλλογές, καλλιεργεί πολιτικό υπόβαθρο και δημιουργεί σχέσεις εξουσίας.
Τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες για γόνιμο συνδυασμό ανθρωπολογίας και μουσειολογίας στη διδασκαλία, ώστε να συνδυάζεται το καθαρά πρακτικό με το θεωρητικό υπόβαθρο στη μελέτη των μουσείων. Παράλληλα, παρουσιάζεται η ανάγκη επαναπροσδιορισμού των δύο επιστημών για ουσιαστικότερη προσέγγιση κι εξέταση των μουσειακών χώρων.

Mary bouquet “Introduction: Academic anthropology and the Museum. Back to the future” στο: Mary Bouquet Academic anthropology and the Museum. Back to the future, N.Y.-Οξφόρδη 2001, σ. 1-16
Michael Ames, “Cannibals tours, glasses boxes and the politics of interpretation” στο: S. Pearce ( επιμ.) Interpreting Objects and Collections, Λονδίνο-Ν.Υ. 1994, σ. 98-106.

5 Μαρ 2008

Στεφοπούλου Ιωάννα Πώς κατανοείται η ανθρωπολογία στα μουσεία;

«Ανθρωπολογία» είναι η επιστήμη που μελετά και εξετάζει τον άνθρωπο στο σύνολο των σωματικών χαρακτηριστικών του και των εκδηλώσεων της διανοητικότητάς του. Η ανθρωπολογία δηλαδή μελετά τον άνθρωπο – στο παρόν και στο παρελθόν- από όλες τις πλευρές: σωματική και ψυχολογική, κοινωνική και ηθική, φιλοσοφική και θρησκευτική. Τον 19ο αιώνα δημιουργήθηκε ένας κλάδος της ανθρωπολογίας που ονομάζεται «πολιτιστική ανθρωπολογία»(σύμφωνα με την αμερικανική ανθρωπολογία) ή «κοινωνική ανθρωπολογία»(σύμφωνα με την βρετανική ανθρωπολογία), ο οποίος μελετά την εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού με την ευρεία έννοια. Ο κλάδος αυτός γεννήθηκε από μια ανάγκη ταξινόμησης και ερμηνείας του τεράστιου και ακατάστατου όγκου πληροφοριών που είχε συγκεντρωθεί με τις εξερευνήσεις των προηγούμενων αιώνων.

Η επιστήμη αυτή αρχικά παρέμεινε σε ακαδημαϊκό-θεωρητικό επίπεδο χωρίς να μπορέσει να κάνει πράξη τις θεωρίες της μέσα στα μουσεία. Τον 20ο αιώνα πια οι ανθρωπολόγοι αρχίζουν να αποκτούν ενεργό ρόλο μέσα στο χώρο των μουσείων καθώς προσπαθούν να ερμηνεύσουν τον τρόπο με τον οποίο συλλέχθηκαν τα αντικείμενα, το περιβάλλον στο οποίο «έζησαν» και κατ’ επέκταση να ασχοληθούν με την ταξινόμηση όλων των αντικειμένων. Η ανθρωπολογία είναι η επιστήμη που έρχεται να θα δώσει το πραγματικό νόημα στα αντικείμενα των μουσειακών συλλογών και να καθορίσει όχι μόνο την ταυτότητα των αντικειμένων αλλά και ολόκληρου του μουσείου.

Τον ρόλο της ανθρωπολογίας μέσα στο μουσείο έρχονται να ενισχύσουν οι επιστήμες της Εθνολογίας και της Εθνογραφίας οι οποίες παρέχουν στην ανθρωπολογία το υλικό για μελέτη. Έτσι τα εθνογραφικά μουσεία ήταν αυτά που πρώτα έδωσαν τη δυνατότητα στην ανθρωπολογία να μελετήσει τις εθνογραφικές συλλογές τους Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι οι επιστήμες αυτές μπορεί να έχουν κοινό πεδίο μελέτης αλλά σε καμία περίπτωση η μια επιστήμη μπορεί να κάνει τη δουλειά της άλλης.

Η ανθρωπολογία πολλές φορές βρέθηκε να ταυτίζεται με την επιστήμη της μουσειολογίας χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ισχύει. Η μουσειολογία είναι η επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη των σκοπών και της οργάνωσης των μουσείων, έχει δηλαδή ένα πρακτικό υπόβαθρο που την ξεχωρίζει από το καθαρά θεωρητικό υπόβαθρο της ανθρωπολογίας. Στο χώρο όμως του μουσείου, η συνεργασία των δύο επιστημών είναι απαραίτητη για να θεωρηθεί το μουσείο ολοκληρωμένο. Σήμερα γίνονται προσπάθειες από διάφορα πανεπιστημιακά ιδρύματα -κυρίως του εξωτερικού- οι δύο επιστήμες να διδάσκονται μαζί έτσι ώστε να δίνουν τη δυνατότητα σε όλους τους φοιτητές να συνδυάζουν την πράξη με την θεωρία.

Τέλος η θέση της ανθρωπολογίας, όπως ακριβώς συμβαίνει με την επιστήμη της μουσειολογίας, είναι μέσα στον ευρύτερο χώρο του μουσείου για τον πολύ απλό λόγο ότι η ανθρωπολογία είναι η επιστήμη που θα καθορίσει τη φυσιογνωμία του μουσείου και την ταυτότητά του.

Ανθρωπολογία & Μουσεία

Αντώνης Αγγελής

Πώς κατανοείται η ανθρωπολογία στα μουσεία;

Οι σχέσεις μεταξύ μουσείων και ακαδημαϊκών ανθρωπολόγων έχουν πλέον επαναπροσδιοριστεί και τοποθετηθεί στο κοινό πεδίο ενδιαφέροντος και μελέτης του υλικού πολιτισμού. Ο υλικός πολιτισμός έπαψε πια να αντιμετωπίζεται σαν δυο τρία καπέλα, άλλα τόσα φτερά κι άλλα περίεργα αντικείμενα εξωτικής προέλευσης, πρόκειται πια για ένα πεδίο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που μέσω της έρευνάς του, της ανάλυσής του και της ερμηνείας του πλάθει την εικόνα των απομακρυσμένων από τη δύση πολιτισμών, των χαρακτηριστικών «άλλων». Ένας βασικός στόχος της ανθρωπολογίας εξυπηρετείται από αυτή την εξέταση του υλικού πολιτισμού και είναι η συστηματική προσπάθεια να γνωρίσουμε αυτούς τους «άλλους» και μέσω αυτής της γνωριμίας να συνθέσουμε και να κατανοήσουμε τον δικό μας πολιτισμικό εαυτό.

Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια του προσδιορισμού των ξένων, των διαφορετικών, των άγνωστων, των «άλλων» πολιτισμών τα μουσεία αναλαμβάνουν τον καθοριστικό ρόλο της αναπαράστασης και έκθεσης του υλικού πολιτισμού, ενώ η ανθρωπολογία επιχειρεί την ερμηνεία και την σημασιολογική πλαισίωσή του. Πρόκειται λοιπόν για την ανάπτυξη μιας διαλεκτικής σχέσης, μιας αγαστής επιστημονικής σύμπραξης μεταξύ ανθρωπολογίας και μουσείου, μεταξύ θεωρίας και πράξης[1]. Αυτή η αλληλεξάρτηση κατοπτρίζεται σαφέστατα στο γεγονός ότι οι αλλαγές που πραγματοποιούνται στην ανθρωπολογική θεωρητική βάση επηρεάζουν τόσο τις μεθόδους συλλογής, όσο και την ταξινόμηση, την έκθεση και την αναπαράσταση του πολιτισμικού «άλλου» από τα μουσεία. Παρά τις μεταβολές της ανθρωπολογικής θεωρίας όμως το βασικό εργαλείο, η ταξινόμηση, η κατηγοριοποίηση των αντικειμένων των διαφορετικών πολιτισμών, παραμένει ανθρωπολογική, περιγράφοντας μέσα από αυτές τις ανθρωπολογικές κατηγορίες αυτό που ονομάζουμε εθνογραφικό παρόν των «άλλων» πολιτισμών.

Αν διακρίνουμε το κοινό ενός μουσείου σε δύο βασικές κατηγορίες τότε από τη μία έχουμε αυτούς που πάνε να δουν τη αναπαράσταση ενός «άλλου» πολιτισμού και από την άλλη αυτούς των οποίων ο πολιτισμός εκτίθεται[2]. Ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζει το πώς αντιμετωπίζουν οι «άλλοι», οι μη δυτικοί τον υλικό πολιτισμό καθώς και το πώς βλέπουν την προσπάθεια των δυτικών για αναπαράσταση του πολιτισμού τους. Οι προβληματισμοί που προκύπτουν είναι πολλοί. Οι μουσειακές εκθέσεις και οι ερμηνείες των αντικειμένων που βασίζονται σ’ αυτό που ο Parezo αναφέρει ως «υάλινα κουτιά», “glass boxes”[3], δημιουργούν σαφώς μια περιορισμένη-καθορισμένη εικόνα του πολιτισμού των «άλλων» και χρωματίζοντάς την με μύθους την περιχαρακώνουν στο λεγόμενο «εθνογραφικό παρόν».

Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι οι ενστάσεις των μη δυτικών είναι πολλές και έντονες και προκύπτουν από το γεγονός της μουσιοποίησης του υλικού πολιτισμού τους. Τα μουσεία ως κάτοχοι των αντικειμένων κατέχουν τη δυνατότητα αναπαράστασης ενός πολιτισμού, συνεπώς μπορούν να ελέγχουν την ιστορία και τον πολιτισμό των «άλλων» μέσα από την ερμηνεία των αντικειμένων. Αν λοιπόν ισχύει το ότι όποιος ελέγχει την ιστορία είναι αυτός που πραγματικά ωφελείται από αυτή τότε μπορούμε να αντιληφθούμε ότι οι μη δυτικοί εκλαμβάνουν αυτή τη μουσιοποίηση τους ως μια μορφή κυριαρχίας των δυτικών, που προκύπτει μέσα από τα συστήματα ταξινόμησης, τα οποία σαφώς συνιστούν μια διάθεση δυτικής ηγεμονικότητας. Άλλωστε είναι σαφής η θέση των Dominguez και Appadurai ότι τα αντικείμενα, όπως και καθετί άλλο αποτελούν εκφράσεις των σχέσεων εξουσίας[4].

Μπροστά σε τέτοια προβλήματα η ανθρωπολογία δύναται να προσφέρει σημαντική βοήθεια μπολιάζοντας με μια έντονα κριτική θεώρηση την ερμηνεία των αντικειμένων και του υλικού πολιτισμού γενικότερα. Σ’ αυτή τη βάση ο Jackins προτείνει δύο επίπεδα ανάλυσης των αντικειμένων α) ο ενδελεχής έλεγχος της κοινωνικής ιστορίας του αντικειμένου και οι διάφορες ερμηνείες που αυτό έχει λάβει στο πέρασμα των χρόνων και β) η επανανοηματοδότηση ή αλλιώς η αντικειμενοποίηση των αντικειμένων από τα μουσεία[5]. Η προσπάθεια των ανθρωπολόγων στην ανάδειξη των ποικίλων σημασιών των αντικειμένων πρέπει να μη γνωρίζει περιορισμούς, άλλωστε αυτή η εξέλιξη των νοημάτων είναι αυτή που θα αποκαλύψει τους ιστορικούς και θεσμικούς μηχανισμούς που παρήγαγαν και αναπαράγουν αυτά τα νοήματα. Έτσι τα μουσεία μπορούν να τροφοδοτήσουν με τις κατάλληλες πληροφορίες το κοινό που συνεχίζει την προσπάθεια κατανόησης και ελέγχου του κόσμου των «άλλων» και του δικού του.

Η σύγχρονη επικοινωνιακή πολιτική των μουσείων επιβάλλει την ικανοποίηση των αιτημάτων τόσο των δυτικών όσο και των μη δυτικών επισκεπτών. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη εύρεσης μιας χρυσής τομής που θα εξασφαλίσει και την ισορροπία ανάμεσα στο δικαίωμα της κυριότητας και του αυτοκαθορισμού και το δικαίωμα της γνώσης, ανάμεσα στους αδικημένους «άλλους» και τους ευνοούμενους δυτικούς της πολιτισμικής ιστορίας. Μια τέτοια προοπτική σημαίνει την παρότρυνση των ανθρώπων από τα μουσεία να αυτοπροσδιοριστούν, να αναλάβουν αυτοί τον έλεγχο της ιστορίας τους και του πολιτισμού τους και τελικά να καθορίσουν αυτοί την αναπαράστασή τους. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει βέβαια και την κατάργηση του ρόλου του μουσείου και των ανθρωπολόγων αλλά μια ουσιαστική, κριτική προσέγγιση και αναπαράσταση των πολιτισμών. Άλλωστε βασικός στόχος της ανθρωπολογίας είναι να διευρύνει τις δυνατότητες συνδιαλλαγής μεταξύ ανθρώπων με πολύ διαφορετικές κουλτούρες, διαπιστώνοντας τις ατελεύτητες και άρρηκτες διασυνδέσεις τους, μέσα στον πολυπολιτισμικό αυτόν κόσμο, καθώς και να παράσχει μια πολυπρισματική ενατένιση και προσέγγιση της φύσης των πραγμάτων και των γεγονότων αποφεύγοντας τις ηγεμονικές τάσεις στις πολιτικές ερμηνείας και απελευθερώνοντας την κατασκευασμένη αντίληψη μέσα από μια κριτική θεώρηση[6].





[1]Mary Bouquet, “Introduction: Academic anthropology and the Museum. Back to the future”, σ. 6.

[2] Michael M. Ames, “Cannibal tours, glass boxes and the politics of interpretation”, σ. 102.

[3] Ο ίδιος, σ. 99.

[4] Ο ίδιος, σ. 102.

[5] Ο ίδιος, σ. 100.

[6] Ο ίδιος, σ. 105.



Βιβλιογραφία


Ames Micheal M., “Cannibal tours, glass boxes and the politics of interpretation”, στο Susan Pearce (επιμ.) Interpreting objects and collections, εκδ. Routledge, Λονδίνο - Νέα Υόρκη 1994, σσ. 98-106.


Bouquet Mary (επιμ.), “Introduction: Academic anthropology and the Museum. Back to the future”, στο Mary Bouquet (επιμ.) Academic anthropology and the Museum. Back to the future, εκδ. Berghahn, Νέα Υόρκη - Οξφόρδη 2001, σσ. 1-16.

Παυλίδου Δέσποινα: Πώς κατανοείται η ανθρωπολογία στα μουσεία;


Η προσέγγιση των πολιτισμικών και κοινωνικών φαινομένων μέσω της διερεύνησης της ανθρώπινης δραστηριότητας και συμπεριφοράς αποτελεί το βασικό αντικείμενο μελέτης της ανθρωπολογίας. Στο χώρο των μουσείων εντοπίζεται η απτή εκδήλωση της ανθρώπινης πρακτικής μέσω της αποτύπωσης της στην ύλη και της συλλογής των υλικών αντικειμένων-στοιχείων που αποδεικνύουν την πολιτισμική εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών. Το μουσείο φαίνεται, λοιπόν, να αποτελεί βασικό πεδίο έρευνας και μελέτης της επιστήμης της ανθρωπολογίας, διοχετεύοντας την με τα απαραίτητα υλικά δεδομένα. Από τη άλλη, ο κλάδος της ανθρωπολογίας αποτελεί το βασικό εργαλείο νοηματοδότησης των αντικειμένων και κατ΄επέκταση διαμόρφωσης πολιτισμικής ταυτότητας των εκάστοτε κοινωνικών ομάδων. Εύκολα διαπιστώνεται η αμφίδρομη και αλληλένδετη σχέση ανθρωπολογίας και μουσείων, μιας σχέσης όμως που σήμερα καλείται να επαναπροσδιοριστεί.
Η μελέτη της εξελικτικής πορείας της ανθρωπολογίας δίνει πολλά στοιχεία για τον τρόπο που διακυμάνθηκε η σχέση της με τον κλάδο της μουσειολογίας. Το μουσείο αποτέλεσε τη μήτρα στην οποία κυοφορήθηκε η επιστήμη της ανθρωπολογίας τον 19ο αιώνα, και τα εθνογραφικά μουσεία υπήρξαν βασικό πεδίο μελέτης της, με το τρίπτυχο έρευνα-συλλογή-έκθεση να περιγράφει τα διαδοχικά στάδια της ανθρωπολογικής εργασίας. Το φαινόμενο του αποικισμού ενδυνάμωσε τη ταύτιση της ανθρωπολογίας με τα εθνογραφικά μουσεία που είχαν στην κατοχή τους συλλογές ξένων πολιτισμών, συνδέοντας την παράλληλα με τη μελέτη των μη δυτικών πολιτισμών. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται η πολιτική διάσταση της μουσειακής πρακτικής με τη δημιουργία στερεότυπων και την αυθαίρετη επιβολή της εικόνας που θα ορίσει την πολιτισμική ταυτότητα μιας ολόκληρης φυλής. Τα γυάλινα κουτιά των μουσείων συμβολίζουν την ταξινόμηση και τον εγκλωβισμό πολιτισμών στα δυτικά πρότυπα, αντικειμενοποιώντας φυλές και κοινωνίες. Τα αντικείμενα γίνονται εκφραστές των κυριαρχικών σχέσεων και του κοινωνικού ελέγχου που η πολιτική προσπαθεί να επιβάλει, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της και τα μουσεία χώροι άσκησης της ιμπεριαλιστικής πολιτικής.
Η κοινωνική ανθρωπολογία, που ως κλάδος εμφανίστηκε το 1970, σηματοδότησε την ενασχόληση της ανθρωπολογίας με τα θεωρητικά θέματα της ομαδικής συμπεριφοράς, της θρησκείας, της συγγένειας, των εθίμων και της τεχνολογικής ανάπτυξης, αποσπώντας την από τη μελέτη του υλικού πολιτισμού. Η κατοπεινή πορεία όμως της ακαδημαϊκής ανθρωπολογίας, η οποία επικεντρώθηκε στη μελέτη των κοινωνικών και πολιτισμικών φαινομένων με βασικό εργαλείο την πρακτική εκπαίδευση, τη διαχώρισε από την μουσειολογία, αφήνοντας την τελευταία να λιμνάζει προσκολλημένη στο υλικό της καθαρά υπόβαθρο. Πλέον το ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για τις συλλογές-τον υλικό πολιτισμό μειώθηκε και τα μουσεία καθιερώθηκαν ως απαρχαιωμένοι χώροι ξερής συντήρησης του παρελθόντος. Η ανάγκη ανανέωσης των δύο κλάδων, ανθρωπολογίας και μουσειολογίας συνεπάγεται την αναβίωση της συνεργασίας τους, και τον επαναπροσδιορισμό τη σχέσης τους με κύριο ρυθμιστή τον συνδυασμό πρακτικής και θεωρίας. Το πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση γίνεται ήδη στον πανεπιστημιακό χώρο. Ο συνδυασμός ανθρωπολογίας και μουσειολογίας στην ανώτερη εκπαίδευση εφοδιάζει τους φοιτητές με την ικανότητα εκμετάλλευσης της γνώσης που πηγάζει από την παρατήρηση των αντικειμένων και την αντίληψη των νοημάτων που κρύβονται πίσω από αυτά. Η κοινωνική πατίνα, η αλλαγή νοήματος που συνεπάγεται η διαφορέτική κάθε φορά αντιμετώπιση του αντικειμένου μέσω της μελέτης αποκαλύπτει την ταυτότητα τόσο των πολιτισμών που το δημιούργησαν όσο κα αυτών που το ερμήνευσαν. Τα αντικείμενα επιδέχονται πολλαπλές ερμηνείες και η ακαδημαϊκή ανθρωπολογία απελευθερωμένη από το θεωρητικό της πλαίσιο, βρίσκει νέους τρόπους συμβολής στην παγκόσμια κληρονομιά, αφήνοντας το χώρο σε αδικιμένους πολιτισμούς να μιλήσουν οι ίδιοι για την ιστορία τους. Εξίσου σημαντική είναι και η αποδέσμευση της ανθρωπολογίας από τη μονομερή ταύτιση της με τα εθνογραφικά μουσεία. Η πολιτισμική βιομηχανία αγγίζει την τέχνη και την επιστήμη ορίζοντας νεά πεδία ενασχόλησης της. Στον τομέα των επιστημονικών μουσείων και των μουσείων τέχνης, η μεσολάβηση της βασίζεται στην ερμηνεία, την πολιτισμική μετάφραση των καλλιτεχνικών και επιστημονικών γεγονότων, καθιστώντας τα κατανοητά στο ευρύ κοινό.
Το μουσείο ως ενδιάμεσος χώρος, αποτελεί το σημείο επαφής, έρευνας, μελέτης, κριτικής και επικοινωνίας. Η ανθρωπολογία συμβαδίζοντας με τη μουσειολογία, ανοίγει το δρόμο προς νέες κατευθύνσεις ερμηνείας, έκφρασης και έκθεσης του παγκόσμιου πολιτισμού.